Φοβάμαι
Μανόλης Αναγνωστάκης
Αναγνωστάκης Μ., Φοβάμαι, στο Ηλ. Γκρης, “Το μελάνι φωνάζει. Η 17η Νοέμβρη 1973 στη Λογοτεχνία”, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2003.
Ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα ποιήματα της Μεταπολίτευσης και του κλίματος που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία, όταν το πολιτικό σκηνικό έχει μεταστραφεί -μετά την πτώση της δικτατορίας (1974) και τις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας (1974 – 1981)- και έχει επικρατήσει το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα. Ο Μ. Αναγνωστάκης γράφει αυτό το ποίημα κατά τη δεκάτη επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, καυτηριάζοντας τον καιροσκοπισμό εκείνων που, αίφνης, υποκρίνονται τους προοδευτικούς για να εξασφαλιστούν στη νέα κατάσταση. Ο ποιητής επιστρατεύει την εμβληματική μορφή της Μαρίας Φαραντούρη, η οποία, μόλις 19 ετών, το 1967, γίνεται η Φωνή της Αντίστασης στο εξωτερικό, στην αρχή μόνη της (1967–1970) και στη συνέχεια με τον Θεοδωράκη, όταν εκείνος φυγαδεύεται στο Παρίσι, το 1970. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αναγνωστάκης καταγγέλλει με τον πιο αιχμηρό τρόπο την εργαλειοποίηση ενός συμβόλου από τους οπορτουνιστές και την όψιμη πολιτική τους συνείδηση.
Το ποίημα δημοσιεύεται στο φύλλο της Αυγής της 27ης Νοεμβρίου 1983 και αργότερα περιλαμβάνεται στην -αφιερωμένη στην εξέγερση του Πολυτεχνείου- συλλογική ανθολογία ποιημάτων και πεζογραφημάτων Το μελάνι φωνάζει σε επιμέλεια του ποιητή Ηλία Γκρη.
Φοβάμαι
Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία —μεσούντος κάποιου Ιουλίου—
Βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στον λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.




