<

Η ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΜΒΑΤΗΡΙΑ

Εμβατήριο βασικά σημαίνει μουσική για στρατιωτικές παρελάσεις. Σε ρυθμό 2/4 βοηθάει τους στρατιώτες να βαδίζουν όλοι μαζί. Συγχρόνως τους εμψυχώνει, τους ανεβάζει το ηθικό, τους κάνει πολεμοχαρείς, έτοιμους να κατασπαράξουν τους αντιπάλους τους.
Με τη Γαλλική Επανάσταση εμφανίστηκε η «Μασσαλιώτιδα». Επίσης σε στρατιωτικό ρυθμό, όμως με περιεχόμενο την έξαρση των ιδανικών των επαναστατών. Με την Οκτωβριανή Επανάσταση έγινε το ίδιο με τον «Ύμνο της 3ης Διεθνούς». Ήταν ένα επαναστατικό εμβατήριο, που σκοπό είχε να εμψυχώσει όσους αγωνίζονταν για τα ιδανικά του κομμουνισμού.
Κατά τη διάρκεια της Αντίστασης κατά του φασισμού, επαναστατικά κινήματα, όπως το ελληνικό, δανείστηκαν μουσικές από το ρεπερτόριο των σοβιετικών, κυρίως, μελωδιών, βάζοντας ελληνικούς στίχους.
Αυτά τα τραγούδια-θούρια συνόδεψαν τους Έλληνες επαναστάτες σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’40. Έτσι ειπώθηκε η σωστή λέξη: όχι εμβατήρια, αλλά θούρια. Όπως το θούριο του Ρήγα, που καλούσε τους ραγιάδες να ξεσηκωθούν εναντίον των ξένων κατακτητών.
Τέτοια τραγούδια-θούρια ήταν φυσικό να υπάρξουν στη μουσική μου, αν σκεφτούμε τις εποχές που γράφηκαν και τις εποχές στις οποίες αναφέρονται οι ποιητές, όπως π.χ. στη «Ρωμιοσύνη», στο «Ένας Όμηρος» (επανάσταση Ιρλανδών), στα «Τραγούδια του Αγώνα» είτε στο «Mauthausen». Πόσα τέτοια θούρια τραγούδησε τελικά η Φαραντούρη;
Ας τα πάρουμε ένα – ένα:
- Αντώνης
- Το γελαστό παιδί και Η Λαμπρή (Ένας Όμηρος)
- Λίγο ακόμα (Μυθιστόρημα)
- Αλέξανδρέ μου (Τραγούδια του Αγώνα)
- Ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο…. (Πνευματικό Εμβατήριο)
Δηλαδή το όλον 6 τραγούδια.
Όλα τα υπόλοιπα (και είναι πλήθος) υπήρξαν καθαρά λυρικά και ενίοτε άκρως ερωτικά, αλλά και δραματικά – τραγικά, με κορυφαίο έργο την «Κατάσταση Πολιορκίας».
Βεβαίως η μεγάλη ώρα της Μαρίας Φαραντούρη -και όλων μας- υπήρξαν οι δοξαστικές -θα έλεγα- συναυλίες στα στάδια της πατρίδας μας, αρχής γενομένης από τις δύο συναυλίες στου Καραϊσκάκη. Η χούντα είχε πέσει, η επταετής νύχτα είχε λήξει, η ελευθερία και η δημοκρατία έκαναν τα πρώτα τους βήματα και ο λαός όπως είναι φυσικό πανηγύριζε, τραγουδούσε, χόρευε, χτυπούσε παλαμάκια, έκλαιγε…
Σε μας έπεσε ο κλήρος να εκφράσουμε αυτό το φλογερό πάθος. Με τραγούδια αντίστοιχα με τους παλμούς της καρδιάς του ένθεου πλήθους.
Τι ήσαν λοιπόν όλοι αυτοί; Σιδερόφραχτοι στρατιώτες που σε ρυθμό εμβατηρίων συντόνιζαν το πάθος τους για πόλεμο και για σκοτωμούς; Ή ήσαν άνθρωποι που επιθυμούσαν να γιορτάσουν τη συλλογική ευτυχία τους με θούρια, σε ποίηση Ρίτσου, Σεφέρη, Ρώτα και Καμπανέλλη;
Ανάμεσά μας, ιέρεια αυτής της πρωτότυπης λαϊκής λειτουργίας αναδείχθηκε η Μαρία Φαραντούρη. Τραγούδια όπως «Το γελαστό παιδί» και «Ο Αντώνης» συνδέθηκαν για πάντα μαζί της. Η μορφή της, μορφή Πασσιονάριας του δικού μας αγώνα, χαράχτηκε για πάντα στις μνήμες όλων μας.
Πρέπει λοιπόν να απολογείται η Φαραντούρη για όλα αυτά; Και θα πρέπει κοντά στη Φαραντούρη και ο υποφαινόμενος να κατατάσσεται στους συνθέτες που γράφουν μόνο εμβατήρια; Ούτε καν θούρια…
Λες και είμαστε από ένα άλλο είδος ανθρώπων. Επαναστάτες, κραυγαλέοι, σκληροί, χωρίς ίχνος ευαισθησίας, λυρισμού, μελωδικότητας, ανίκανοι να συλλάβουμε το περίφημο ερωτικό στοιχείο. Ανίκανοι να νοιώσουμε κι εμείς το ερωτικό πάθος και να το εκφράσουμε…
Εμείς λοιπόν για τις πορείες, τα Πολυτεχνεία, τις σφιγμένες γροθιές και τα συνθήματα. Οι άλλοι για την τρυφερότητα, την ευαισθησία, το όνειρο και τον έρωτα.
Ώσπου ήρθε αναπάντεχα ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του ερωτικού τραγουδιού, ο Γιάννης Πάριος, διάλεξε εν τάχει τριάντα ερωτικά τραγούδια μου, έδωσε μια συναυλία που την κυκλοφόρησε σε διπλό CD και -ω του θαύματος- ύστερα από 40 χρόνια οι Έλληνες επί τέλους με … ανακαλύπτουν. Δηλαδή ανακαλύπτουν ένα μέρος από τα 9/10 των τραγουδιών μου, καθ’ ην στιγμήν η Φαραντούρη, τελούσα υπό αφόρητη ψυχολογική πίεση, δηλώνει «Άργησα να τραγουδήσω τα … Ηλιοβασιλέματα», λες και δεν τραγούδησε ούτε ένα λυρικό, ερωτικό τραγούδι μου. Τόσο πολύ, τόσο απαίσια -θα έλεγα- πολύ την πίεσαν τόσοι πολλοί και ποικίλοι, ώστε αυτή για την οποία συνέθεσα τους δραματικότερους, τους λυρικώτερους και τους ερωτικότερους κύκλους τραγουδιών μου, να αμφιβάλλει για τον εαυτό της και να απολογείται δημοσίως: «Δεν είμαι η επική τραγουδίστρια των εμβατηρίων» (Το Βήμα,  10.1.2002). Και τώρα, που ο Πάριος με μια απλή κίνηση ξεσκέπασε τη συνωμοσία, βγάζοντας από πάνω μου στρεβλώσεις και μύθους παραπλανητικούς, ώστε να δει το αληθινό μου πρόσωπο το ελληνικό κοινό, με έκπληξη αλλά και αγαλλίαση, θα έλεγα, και κυρίως με αγάπη και πάθος, ας δούμε εδώ ποια υπήρξε η Φαραντούρη και τι τραγούδησε ως τώρα στην πραγματικότητα.
Άλλο, εάν, όσοι είχαν συμφέρον και, κυρίως, φθόνο προσπάθησαν να πείσουν τους άλλους αλλά και εκείνη, ότι Θεοδωράκης σημαίνει μόνο εμβατήρια άλλων παρωχημένων εποχών, σε βαθμό που να τους πιστέψει, να λιγοψυχήσει -και την εποχή που ακολούθησε τη Μεταπολίτευση- να κλείσει πίσω της ολόκληρη την πολύτιμη δωρεά μου, να μην την υπερασπισθεί με το φόβο μήπως προκαλέσει όλους αυτούς, που το βασικό τους κίνητρο ήταν η ζήλεια και ο φόβος μπροστά στην ηγεμονική της δύναμη και τον θρόνο της, που δεν ήταν τίποτε άλλο από τα τραγούδια που της έγραψα και που με τόσο αριστουργηματικό τρόπο ανέδειξε.
Είπα, ήδη, ότι μέσα στο σύνολο των έργων που έγραψα για τη Φαραντούρη και που εκείνη ερμήνευσε, τα θούρια ήταν όλα κι όλα έξι. Νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να παραθέσω τηλεγραφικά τις υπόλοιπες συνθέσεις.
Η Μαρία ξεκίνησε με ένα τραγούδι δραματικό, σε στίχους Νίκου Γκάτσου που συμπεριελήφθη στον δίσκο «Χρυσοπράσινο Φύλλο» και που ήταν αφιερωμένο στην τραγωδία της Κύπρου. (Ματωμένο φεγγάρι, 1964). Ακολούθησε ο κύκλος «Mauthausen» του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Εκεί, εκτός από τον Αντώνη υπάρχουν τρία δραματικά τραγούδια: «Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου», «Ο Γιάννος Μπερ» και «Όταν τελειώσει ο πόλεμος.»
Τρεις ποιητές, ο Γκάτσος, ο Λειβαδίτης και ο Χριστοδούλου προσέφεραν το υλικό για να συνθέσω έναν κύκλο έξι τραγουδιών, λυρικών, στον οποίο μάλιστα έδωσα το όνομα Κύκλος Φαραντούρη, πράγμα που δεν έχω κάνει για κανέναν άλλον… Απ’ αυτά θεωρώ το τραγούδι μου «Στης νύχτας το μπαλκόνι» (του Νίκου Γκάτσου) ως μία από τις λυρικότερες συνθέσεις μου.
Μια μέρα πριν τη χούντα, στις 20 Απριλίου, τελειώσαμε την ηχογράφηση του «Ένας Όμηρος». Μη μου πείτε πως πρόκειται για κύκλο εμβατηρίων… Φυσικά υπάρχει «Η Λαμπρή» και προ παντός «Το γελαστό παιδί»… Είναι αμάρτημα;
Και έρχεται η χούντα. Η Μαρία με λίγους μουσικούς της ορχήστρας φεύγει για το Παρίσι, Λονδίνο, Ευρώπη. Εκεί, θα της στείλω μερικές από τις συνθέσεις που έγραψα στις φυλακές Αβέρωφ, στη Ζάτουνα και στον Ωρωπό.
1. «Romancero Gitano» (Λόρκα – Ελύτης), που το ηχογράφησε με συνοδεία κιθάρας τον Τζων Ουίλιαμς.
2. «Μυθιστόρημα» (Σεφέρης) όπου υπάρχει το «Λίγο ακόμα θα ιδούμε», με το οποίο κλείναμε τις συναυλίες μας, που ήταν φυσικά σε ρυθμό 2/4, και εξέφραζε την ελπίδα για το τέλος της Δικτατορίας (ήταν κακό αυτό;), όπως υπάρχει και το λυρικότατο «Ο ύπνος σε τύλιξε».
3. «Ο Ήλιος και ο Χρόνος», γραμμένο στη Γενική Ασφάλεια.
4. «Κατάσταση Πολιορκίας». Κορυφαία μου σύνθεση εκείνης της εποχής πάνω στο ποιητικό αριστούργημα της Ρένας Χατζηδάκη. Μια οδυνηρή και βαθειά κατάδυση στα έγκατα της ψυχής των ανθρώπων και των γεγονότων. Ένας καθρέφτης μόνο για τους δυνατούς, μιας και τα πρόσωπά μας, όπως τα έδειχνε δεν μας κολάκευαν καθόλου. Ήταν η στιγμή που έλειψε από τους έλληνες, η στιγμή της αυτογνωσίας… Όμως την κάναμε πέρα προτιμώντας τα εθνικά ψέματα που έμελλαν να μας διαλύσουν.
Είναι κακό ένα ποιητικό κείμενο, γραμμένο από μια φυλακισμένη να προβάλλει τις πληγές και τα λάθη μας; Όμως προσοχή. Πίσω και κάτω απ’ αυτά τα υψιπετή και καίρια νοήματα χτυπά και υποφέρει η καρδιά του ανθρώπου, μια καρδιά αφάνταστα ερωτευμένη και δοκιμασμένη στο μέσον της καταιγίδας! Τι έφταιξε και σταμάτησε αυτό το κορυφαίο μου έργο (κι όχι μόνο αυτό αλλά και τόσα άλλα) μπροστά στην πόρτα της μεταπολίτευσης; Ποιοι το αρνήθηκαν και γιατί; Και προ παντός γιατί λύγισε η ίδια η ερμηνεύτρια, προφανώς ζαλισμένη απ’ την ογκούμενη αρνητική στάση αυτής της χούφτας των αυτοαποκαλούμενων διαμορφωτών της κοινής γνώμης που δεν ήθελαν πια τα δραματικά, τα ουσιαστικά και τα καίρια, έχοντας ξεκινήσει από τότε την εξουδετέρωση της δικής μας προσπάθειας, προκειμένου να επιβάλουν το ανάλαφρο, το αισθησιακό και το ακίνδυνο; Ακίνδυνο για ποιους;
Τα «Τραγούδια του Αγώνα» τα ηχογραφήσαμε στο Λονδίνο. Εκεί η Μαρία Φαραντούρη είπε (μαζί με τη Μαρία Δημητριάδη) το «Αλέξανδρέ μου». (Μια τραγική μπαλάντα αφιερωμένη στον Αλέξανδρο Παναγούλη, που τη συνέδεσα με το «Παιδιά σηκωθείτε», το τραγούδι του ΕΑΜ, σαν εισαγωγή για να το ξαναθυμίσω για προφανείς λόγους). Αλλά και το λυρικότατο «Ο πόνος λόγια δεν έχει».
Στο Λονδίνο, στο Άλμπερτ Χωλ, πρωτοπαίχτηκε και ηχογραφήθηκε το «Πνευματικό Εμβατήριο». Να λοιπόν που ένας Άγγελος Σικελιανός τολμά να χρησιμοποιήσει αυτή την καταραμένη λέξη -Εμβατήριο- που όμως το θέλει Πνευματικό. Δηλαδή υπάρχει διαφορά; Η Μαρία θα πει το «Ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα». Μήπως γι’ αυτό το εμβατήριο (έστω και πνευματικό) αναγκάζεται να αποκηρύξει τώρα τον Σατανά; «Όχι, δεν είπα (μόνο) εμβατήρια», δηλώνει. Και αν είπα, το επανορθώνω. Εκεί φτάσαμε. Να ντρεπόμαστε γιατί μελοποιήσαμε Σικελιανό!
Και η χούντα κλείνει (μουσικώς) με το «Canto General» του  Pablo Neruda. Να ζητήσουμε -τραγουδιστές και συνθέτης- και γι’ αυτό συγγνώμην;
Για μετά τη χούντα θα αναφέρω μόνο τους τίτλους των όσων είπε η Μαρία: Επιβάτης, Μπαλάντες (Δρόμοι παλιοί), Βεατρίκη, Τα Πρόσωπα του Ήλιου, Λυρικώτερα, Σερενάτες, Λυρικώτατα,  3 Νέγρικα τραγούδια, Καρυωτάκης, σε ποίηση αντίστοιχα των Τριπολίτη, Αναγνωστάκη, Καρατζά, Γιάννη Θεοδωράκη, Λεοπόλντ Σενγκόρ, Λευτέρη Παπαδόπουλου και Καρυωτάκη.
Να λοιπόν ένα λαμπρό δείγμα διαστρέβλωσης και παραπληροφόρησης. Σ’ έναν όγκο μουσικής, που αντιστοιχεί σε περίπου 100 τραγούδια, ειπώθηκαν 6 θούρια… Που δεν ξέρω πώς και από ποίους χαρακτηρίστηκαν εμβατήρια (μόνο τη λέξη στρατιωτικά δεν είπαν), μόνο και μόνο για να φανούμε εκτός εποχής και κυρίως μακριά από τις σημερινές ευαισθησίες και ενδιαφέροντα του ελληνικού κοινού.
Χαίρομαι που η Μαρία με τις δικές της επιλογές, που όμως κατά 80 τοις εκατό είναι βασισμένες στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι, προκάλεσε επί τέλους το ενδιαφέρον του αγοραστικού μας κοινού.
Όσο για μένα, η αποκάλυψη -επίσης από το μεγάλο κοινό- του λυρικού μέρους του εαυτού μου, που όχι μόνο οι εχθροί αλλά και οι φίλοι είχαν αποκρύψει (ο καθένας φυσικά για διαφορετικούς λόγους), δεν οφείλεται σε κάποιον από εκείνους που τόσα πολλά πήραν από μένα αλλά σε κάποιον που δεν μου οφείλει τίποτα, τον Γιάννη Πάριο.
Δεν μου οφείλει τίποτα σαν καριέρα εννοείται, γιατί σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης, απ’ ό,τι φάνηκε, έχει βουτήξει βαθειά τις κεραίες του ταλέντου του στα νερά της μουσικής μου και για τον λόγο αυτό ερμήνευσε τα τραγούδια μου σαν να τα είχα γράψει γι’ αυτόν. Τον ευχαριστώ.
Η Μαρία μαζί με τον εξαίρετο πιανίστα Γιάννη Βακαρέλη παίζουν τη μουσική μου σήμερα στο Μέγαρο Μουσικής της Θεσσαλονίκης. Εύχομαι και στους δυο μεγάλη επιτυχία.
Νομίζω πως διανύσαμε μαζί με την Μαρία την έρημο -που ασφαλώς δεν μας άξιζε- και τώρα που ξανακερδίζουμε (και πάλι μαζί,) όσα μας έκλεψαν, είναι καλό να σκύψουμε στο παρελθόν με ευγνωμοσύνη, προβάλλοντας με θάρρος και αυτοπεποίθηση όλα εκείνα, που μας ένωσαν άρρηκτα με τον λαό μας.

Αθήνα, 10.1.2002
Μίκης Θεοδωράκης